Ο Φώτης Μπίμπασης γράφει γιατί δεν πρέπει να ιδιωτικοποιηθούν οι Ελληνικές Αλυκές

Η συζήτηση για τις Ελληνικές Αλυκές δεν αφορά απλώς μια ακόμη ιδιωτικοποίηση. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο το κράτος αντιλαμβάνεται τον ρόλο του απέναντι σε βασικά αγαθά, στο περιβάλλον και στις τοπικές κοινωνίες. Το αλάτι, στοιχείο αυτονόητο στην καθημερινότητα όλων, μετατρέπεται σταδιακά από δημόσιο αγαθό σε αντικείμενο χρηματοοικονομικής «αξιοποίησης».

Σήμερα λειτουργούν μόλις οκτώ αλυκές σε ολόκληρη τη χώρα, καλύπτοντας περίπου τα δύο τρίτα των εγχώριων αναγκών. Η διαχείρισή τους γίνεται από μια δημόσια εταιρεία που όχι μόνο δεν είναι ελλειμματική, αλλά εμφανίζει σταθερά κέρδη και επιστρέφει έσοδα στο Δημόσιο. Παρ’ όλα αυτά, προωθείται η εκχώρηση του ελέγχου της σε ιδιωτικά συμφέροντα, σαν να πρόκειται για μια προβληματική επιχείρηση που πρέπει να «σωθεί».

Η επιλογή αυτή αποκαλύπτει μια συγκεκριμένη πολιτική αντίληψη: ότι το κράτος δεν οφείλει να έχει ρόλο στην παραγωγή και διάθεση βασικών αγαθών, ακόμη κι όταν αυτά σχετίζονται άμεσα με τη δημόσια υγεία. Το αλάτι δεν είναι ένα ακόμη προϊόν στο ράφι. Η ποιότητά του, η επάρκειά του και η τιμολόγησή του συνδέονται με την υγεία των πολιτών και με τη διατροφική ασφάλεια της χώρας. Η ιδιωτικοποίηση αποσυνδέει αυτό το κρίσιμο αγαθό από κάθε έννοια δημόσιας ευθύνης.

Όμως οι αλυκές δεν είναι μόνο αλάτι. Είναι ζωντανοί υγρότοποι, οικοσυστήματα μοναδικής αξίας, όπου συνυπάρχουν ανθρώπινη εργασία και φύση εδώ και αιώνες. Πολλές βρίσκονται εντός προστατευόμενων περιοχών, με διεθνείς και ευρωπαϊκές δεσμεύσεις για τη διατήρησή τους. Όταν τέτοιοι χώροι αντιμετωπίζονται με όρους μεγιστοποίησης κέρδους, η περιβαλλοντική προστασία μετατρέπεται σε «κόστος» και όχι σε προτεραιότητα.

Το πολιτικό πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο αν εξετάσει κανείς τον ρόλο των τοπικών κοινωνιών. Οι κάτοικοι των περιοχών όπου λειτουργούν οι αλυκές δεν καλούνται να συνδιαμορφώσουν το μέλλον των τόπων τους. Αντιμετωπίζονται ως παθητικοί αποδέκτες αποφάσεων που λαμβάνονται αλλού, χωρίς διαβούλευση, χωρίς εγγυήσεις και χωρίς σχέδιο για το τι θα ακολουθήσει. Πρόκειται για μια ακόμη περίπτωση όπου η «ανάπτυξη» σχεδιάζεται ερήμην εκείνων που επηρεάζονται άμεσα.

Η πώληση των Ελληνικών Αλυκών δεν είναι ζήτημα τεχνικής διαχείρισης, αλλά καθαρά πολιτική επιλογή. Επιλογή που αποδυναμώνει τον δημόσιο έλεγχο σε έναν στρατηγικό πόρο, θέτει σε δοκιμασία ευαίσθητα οικοσυστήματα και ακυρώνει τη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών στη διαχείριση των φυσικών τους πόρων.

Σε μια εποχή διατροφικής ανασφάλειας, περιβαλλοντικής κρίσης και κοινωνικών ανισοτήτων, το ερώτημα δεν είναι πώς θα πουληθεί καλύτερα ένα δημόσιο αγαθό, αλλά γιατί να πουληθεί. Γιατί κάποια πράγματα δεν μετριούνται μόνο σε οικονομικούς δείκτες. Και γιατί το δημόσιο συμφέρον δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο, αλλά ως αφετηρία κάθε πολιτικής απόφασης.

Ο Φώτης Μπίμπασης είναι Αντιπρόεδρος του Πράσινου Ιδρύματος “ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ”