Συμφωνία Mercosur: Ποιος κερδίζει και ποιος πληρώνει το κόστος – Του Φώτη Μπίμπαση, Αντιπροέδρου του Πράσινου Ιδρύματος “ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ”
Παρά τις έντονες κινητοποιήσεις των αγροτών και τις σοβαρές κοινωνικές και περιβαλλοντικές προειδοποιήσεις, τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενέκριναν τη συμφωνία ΕΕ–Λατινικής Αμερικής (Mercosur). Μια συμφωνία που παρουσιάστηκε ως «στρατηγική», αλλά στην πράξη εγείρει κρίσιμα ερωτήματα για το ποιος ωφελείται και ποιος καλείται να πληρώσει το κόστος.
Η αντίθεση στη συμφωνία δεν βασίζεται σε ιδεολογικές αγκυλώσεις, αλλά σε συγκεκριμένα δεδομένα. Πρώτον, το κείμενο δεν προβλέπει αξιόπιστους και δεσμευτικούς μηχανισμούς ελέγχου για την ποιότητα των εισαγόμενων προϊόντων. Ουσίες και πρακτικές που απαγορεύονται στην ΕΕ —όπως ορισμένα φυτοφάρμακα, ορμόνες ή γενετικά τροποποιημένοι οργανισμοί— καθίστανται αποδεκτές στο όνομα της εμπορικής διευκόλυνσης.
Δεύτερον, η συμφωνία ασκεί πίεση στα εργασιακά δικαιώματα, ενισχύοντας ένα μοντέλο φθηνής και επισφαλούς εργασίας. Παράλληλα, η περιβαλλοντική διάσταση παραμένει εξαιρετικά αδύναμη: η αποδάσωση, με επίκεντρο τον Αμαζόνιο, απειλεί να επιταχυνθεί προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες της ευρωπαϊκής κατανάλωσης.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και ο αθέμιτος ανταγωνισμός που δημιουργείται για την ευρωπαϊκή γεωργία. Προϊόντα χαμηλότερων προδιαγραφών και κόστους εισέρχονται σε μια αγορά όπου οι Ευρωπαίοι αγρότες ήδη δοκιμάζονται από το υψηλό κόστος ενέργειας και παραγωγής.
Η απαιτούμενη σταθμισμένη πλειοψηφία επιτεύχθηκε έπειτα από πολιτικούς ελιγμούς. Υπέρ της συμφωνίας τάχθηκαν 21 χώρες, ενώ κατά ψήφισαν η Γαλλία, η Πολωνία, η Αυστρία, η Ιρλανδία και η Ουγγαρία. Το Βέλγιο επέλεξε την αποχή. Η Ελλάδα συντάχθηκε με την πλειοψηφία.
Δεν πρόκειται για μια απλή αντιπαράθεση ανάμεσα σε «ανοιχτές» και «κλειστές» οικονομίες. Πρόκειται για τη μετακύλιση του κόστους. Στον παγκόσμιο Νότο, η τοπική παραγωγή τροφίμων υποχωρεί μπροστά σε εξαγωγικές μονοκαλλιέργειες υπό τον έλεγχο πολυεθνικών, οδηγώντας στον αφανισμό μικρών παραγωγών. Η πίεση για φθηνά προϊόντα μεταφράζεται σε κατεστραμμένα οικοσυστήματα και απώλεια βιοποικιλότητας. Ταυτόχρονα, η εισαγωγή βασικών τροφίμων με τεράστιο κλιματικό αποτύπωμα —τη στιγμή που θα μπορούσαν να παραχθούν τοπικά— δεν αποτελεί αναγκαιότητα, αλλά συνειδητή πολιτική επιλογή. Η απουσία δεσμευτικών κοινωνικών και περιβαλλοντικών όρων ενισχύει έναν «αγώνα προς τα κάτω», με σταδιακή χαλάρωση κανόνων ακόμη και εντός της ΕΕ. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αυξανόμενη ζήτηση κρίσιμων μετάλλων, που ευνοεί ένα εξορυκτικό μοντέλο υψηλής περιβαλλοντικής καταστροφής αντί για πολιτικές κυκλικής οικονομίας και μείωσης της σπατάλης.
Η ευρωομάδα των Πρασίνων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καταψήφισε τη συμφωνία, επισημαίνοντας ότι η Mercosur δεν συνιστά μια δίκαιη εμπορική συνεργασία, αλλά έναν μηχανισμό που ενισχύει την αποψίλωση, αποδυναμώνει τα εργασιακά δικαιώματα και εκθέτει τους Ευρωπαίους αγρότες σε αθέμιτο ανταγωνισμό. Κατά την άποψή τους, η συμφωνία συγκρούεται ευθέως με τις κλιματικές δεσμεύσεις της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι εμπορικές συμφωνίες δεν κρίνονται από τις διακηρύξεις προθέσεων, αλλά από τα αποτελέσματά τους. Και η Mercosur, όπως εγκρίθηκε, φαίνεται να παράγει περισσότερα προβλήματα από όσα υποτίθεται ότι καλείται να λύσει.